ἑπταπόδης

ἑπτα-πόδης, ον, ,
A seven feet long,

θρῆνυς Il.15.729

;

ἄξων Hes. Op.424

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επταπόδης — ἑπταπόδης, ὁ (Α) μήκους επτά ποδών …   Dictionary of Greek

  • ἑπταπόδης — seven feet long masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπόδην — ἑπταπόδης seven feet long masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπόδου — ἑπταπόδης seven feet long masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.